πέποιθα


πέποιθα
πέποιθα pf. я поверил, вверяюсь

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πέποιθα" в других словарях:

  • πέποιθα — ΝΑ βλ. πείθω …   Dictionary of Greek

  • πέποιθα — πείθω persuade perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεποίθασι — πεποίθᾱσι , πείθω persuade perf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεποίθασιν — πεποίθᾱσιν , πείθω persuade perf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέποιθ' — πέποιθα , πείθω persuade perf ind act 1st sg πέποιθε , πείθω persuade perf imperat act 2nd sg πέποιθε , πείθω persuade perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • бедить — приносить беду , сюда же победить, убедить, укр. бiдити ругать , ст. слав. бѣждѫ, бѣдити принуждать , болг. бедя клевещу . Исконнородственно гот. baidjan принуждать , д. в. н. beitten – то же, алб. bē присяга , далее, вероятно, греч. πείθω… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Ancient Greek grammar — is morphologically complex and preserves several features of Proto Indo European morphology. Nouns, adjectives, pronouns, articles, numerals and especially verbs are all highly inflected. This article is an introduction to this morphological… …   Wikipedia

  • Аблаут в праиндоевропейском языке — Аблаут в праиндоевропейском языке  система регулярных чередований гласных, существовавшая в самом праязыке и перешедшая в его потомки. Термин аблаут (от нем. Ablaut, тж. нем. Abstufung der Laute «чередование звуков»[1]; также… …   Википедия

  • επισπώ — ἐπισπῶ, άω (AM) 1. σέρνω προς το μέρος μου 2. παίρνω με το μέρος μου, κερδίζω («πέποιθα τοῡτ’ ἐπισπάσειν κλέος», Σοφ.) αρχ. 1. σέρνω προς τα έξω, κλείνω («ἐπισπάσασα τὴν θύραν εἴχετο τοῡ ῥόπτρου», Ξεν.) 2. σφίγγω («ἐπισπασθέντος τοῡ βρόχου… …   Dictionary of Greek

  • νεώτερος — η, ο (Α νεώτερος, έρα, ον) [νέος] 1. (για πρόσ.) 1. ο μικρότερος σε ηλικία σε σχέση με κάποιον άλλο με τον οποίο συγκρίνεται («πρεσβύτερος μὲν Άρταξέρξης, νεώτερος δὲ Κῡρος», Ξεν.) 2. (για γεγονότα) αυτός που είναι σε μεγαλύτερο βαθμό πρόσφατος… …   Dictionary of Greek

  • πείθω — Θεά των αρχαίων Ελλήνων. Αρχικά τη θεωρούσαν θεά του έρωτα και του γάμου και όχι προσωποποίηση της παντοδύναμης και πολύπλευρης δύναμης του λόγου. Λατρευόταν ως ιδιαίτερη θεά ή ως βοηθός άλλων θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ίμερου,… …   Dictionary of Greek